Θεματική 2 Ορισμοί για την χρήση καπνού σε παιδιά και έφηβα άτομα

Γενικότερα, ως χρήση καπνού ορίζεται κάθε συστηματική χρήση του φυτού και των προϊόντων του. Αν και η επικρατέστερη χρήση καπνού είναι μέσω της εισπνοής καπνού από τσιγάρα, πίπες και πούρα, υπάρχουν και άκαπνα προϊόντα καπνού που καταναλώνωνται με άλλους τρόπους, για παράδειγμα: όσφρηση, λειχία, μάσηση. Επιπρόσθετα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση των ηλεκτονικών τσιγάρων και άλλων νέων, καινοτόμων προϊόντων νικοτίνης και καπνού, όπως οι συσκευές θέρμανσης καπνού. Αν και τα ηλεκτρονικά τσιγάρα δεν περιέχουν καπνό, ενώ υπάρχει και η επιλογή να μην περιέχουν καν νικοτίνη, είναι απαραίτητο να ληφθουν υπ’οψιν στην μελέτη, λόγω της διαρκώς αυξανόμενης δημοτικότητάς τους. Σύμφωνα με μία έκθεση του Π.Ο.Υ. (2020), τα ηλεκτρονικά τσιγάρα αλλά και οι συσκευές θέρμανσης καπνού είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα προϊόντα για τα παιδιά και τα έφηβα άτομα, λόγω της μεγάλης διάρκειας και καταστροφικών συνεπειών που έχουν οι εξαιρετικά εθιστικές ουσίες που περιέχονται σε αυτά, όπως η νικοτίνη, στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο.

Η οδηγία 2014/40/EU του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014 για την προσέγγιση των νομοθεσιών, κανονισμών και των διοικητικών διατάξεων των κρατών-μελών, σχετικά με την παραγωγή, παρουσίαση και πώληση καπνού και των προϊόντων του, και η οδηγία 2001/37/EC, ορίζουν ότι «τα κράτη-μέλη πρέπει να προτρέπονται στην αποτροπή των πωλήσεων αυτών των προϊόντων σε παιδιά και έφηβα άτομα, με την εφαρμογή κατάλληλων μέτρων επιβολής ορίου ηλικίας». Δεδομένου ότι 26 κράτη-μέλη όρισαν ως την κατώτατη επιτρεπόμενη ηληκία για αγορά καπνού τα 18 έτη, ενώ στην Αυστρία και το Βέλγιο είναι τα 16, κάθε χρήση καπνού από παιδιά και έφηβα άτομα είναι προβληματική.

Το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5) ορίζει την διαταραχή χρήσης καπνού ως ένα προβληματικό μοτίβο χρήσης που οδηγεί σε σημαντική κλνική βλάβη ή δυσφορία, όπως φαίνεται από τουλάχιστον δύο από τα συμπτώματα που παρουσιάζονται στον Πίνακα 3 της επόμενης διαφάνειας. Αν υπάρχουν 2 με 3 συμπτώματα, τότε βρίσκεται σε ήπια μορφή. Αν υπάρχουν 4 με 5, τότε η διαταραχή είναι μέτρια, ενώ αν τα συμπτώματα ξεπερνάνε τα 6 τότε είναι βαριά.

Η Διεθνής Ταξινόμηση Νοσημάτων (ICD-11) ορίζει την εξάρτηση από την νικοτίνη ως μια διαταραχή όπου η επανειλημμένη χρήση προϊόντων καπνού γίνεται συνήθεια.

Σύγκριση των διαγνωστικών κριτηρίων για προβληματική χρήση καπνού στο ICD-11 και DSM-5

Διαγνωστικά κριτήρια ICD-11 Εξάρτηση από νικοτίνη DSM-5 Διαταραχή χρήσης καπνού

Κατανάλωση σε μεγαλύτερη ποσότητα ή για μεγαλύτερη διάρκεια από αυτήν που αρχικά προοριζόταν

Διαρκής επιθυμία ή ανεπιτυχείς προσπάθειες για μείωση ή έλεγχο της χρήσης

Αφιέρωση μεγάλου χρονικού διαστήματος σε δραστηριότητες σχετικές με την απόκτηση ή χρήση του

Λαχτάρα, δυνατή επιθυμία ή ορμή για χρήση

Συνεχής χρήση, ακόμα και αν αυτή προκαλεί ή ενισχύει προβλήματα σε διαπροσωπικές σχέσεις

Εγκατάλειψη ή μείωση σημαντικών κοινωνικών, εργασιακών ή δραστηριοτήτων αναψυχής λόγω χρήσης

Επαναλαμβανόμενη χρήση σε περιστάσεις που είναι σωματικά επιβλαβές

Επαναλαμβανόμενη χρήση που οδηγεί σε αποτυχία ολοκλήρωσης σημαντικών υποχρεώσεων στη δουλειά, το σχολείο ή το σπίτι

Συνέχεια της χρήσης, γνωρίζοντας ότι δημιουργεί  ή ενισχύει ένα συνεχές ή επαναλαμβανόμενο σωματικό ή ψυχολογικό πρόβλημα

Ανεκτικότητα

Σύνδρομο Στέρησης

Η Διεθνής Ταξινόμηση Νοσημάτων ορίζει την μέθη από την νικοτίνη ως μια σημαντικά εφήμερη κατάσταση που συμβαίνει κατα τη διάρκεια ή αμέσως μετά την κατανάλωση νικοτίνης, και χαρακτηρίζεται από διαταραχές στην συνείδηση, την νόηση, την αντίληψη, την διάθεση, την συμπεριφορά ή τον συντονισμό (όπως ανησυχία, ψυχοκινητική ταραχή, άγχος, κρύος ιδρώτας, πονοκέφαλος, αϋπνία, τρέμουλο, παραισθησία, ναυτία ή εμετός, κράμπες στους κοιλιακούς μύες, σύγχυση, περίεργα όνειρα, αίσθηση καψίματος στο στόμα, σιελόρροια, ενώ σε σπάνιες περιστάσεις παρανοϊκός ιδεασμός, αντιληπτικές αναταραχές, σπασμοί ή κώμα) που προκαλούνται από τις ήδη γωστές φαρμακολογικές επιδράσεις της νικοτίνης και η έντασή τους εξαρτάται από την ποσότητα νικοτίνης που καταναλώθηκε. Τα συμπτώματα αυτά συνδέονται άμεσα με το πέρασμα του χρόνου, μιας και υποχωρούν με την απομάκρυνση της νικοτίνης από το σώμα.

Η μέθη από νικοτίνη συμβαίνει κυρίως σε χρήστες που δεν έχουν αναπτύξει ακόμα ανεκτικότητα στην ουσία ή σε αυτούς που λαμβάνουν παραπάνω δόσεις από αυτές που συνήθως λαμβάνουν.

Συνεπώς είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται σε παιδιά και έφηβα άτομα.